Κάτω Σουδενά στο Ζαγόρι
αρχική ειδήσεις το χωριό ιστορία φύση αξιοθέατα πληροφορίες

Το χωριό μας

Γεωγραφία - θέση

Τα Κάτω Πεδινά είναι ένα απο τα χωριά του Δυτικού Ζαγορίου που βρίσκεται στο νομό Ιωαννίνων στην Ήπειρο. Το χωριό είναι χτισμένο αμφιθεατρικά στις πλαγιές τριών λόφων, με χαμηλή βλάστηση, σε σχήμα πεταλούδας, έχοντας στα πόδια του ένα μεγάλο οροπέδιο με 6 πέτρινα πηγάδια. Aπέχει 37χλμ. από τα Γιάννενα και βρίσκεται σε υψόμετρο 940 μ., ανάμεσα στα βουνά Μιτσικέλι και Στούρο, στην ανήλια πλαγιά του πρώτου που έχει την ονομασία "Μπαφαράχη" και με θέα την κορυφογραμμή του δευτέρου.

Χαρακτηριστικό πέτρωμα της περιοχής αυτής του Ζαγορίου είναι ο ασβεστολιθικός σχιστόλιθος σε πολύ ανοιχτό γκρι, σχεδόν άσπρο, που δίνει το χρώμα και στα σπίτια του χωριού. Περισσότερα για τη φύση του χωριού μας μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Οικονομία

"Ψωμοχώρι" αποκαλούσαν οι παλιοί Ζαγορίσιοι τα Κάτω Σουδενά, αλήθεια που δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα, αφού καλλιεργούνται με επιτυχία, εδώ και αιώνες τώρα, κριθάρι, στάρι και καλαμπόκι. Αριθμεί 35 περίπου κατοίκους το χειμώνα και 100 το καλοκαίρι, που ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία. Λειτουργούν δύο σημαντικές πτηνοτροφικές μονάδες, ενώ 3 οικογένειες ασχολούνται με την κτηνοτροφία και δυό χωριανοί παράγουν εξαιρετικής ποιότητας μέλι.

Αρχιτεκτονική

Τα Κάτω Σουδενά είναι παραδοσιακός οικισμός (ΦΕΚ Δ-594 α/ 13.11.1978: Περί χαρακτηρισμού ως Παραδοσιακών Οικισμών τινών του Κράτους και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτών.

ΦΕΚ Δ-615 α/ 01.11.1979: Περί χαρακτηρισμού ως παραδοσιακών των υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών της ευρύτερης περιοχής Ζαγορίου (Ηπείρου) και καθορισμού των ειδικών όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτού.)

Η γενική εμφάνιση του οικισμού διατηρείται σε καλή κατάσταση. Δεν παρατηρούνται οι αναπαλαιώσεις κατοικιών, τουλάχιστον στο βαθμό και το ρυθμό που αυτό γίνεται στα υπόλοιπα Ζαγοροχώρια. Έτσι, το χωριό δείχνει πιο γερασμένο μα και γι' αυτό σαφώς πιο αυθεντικό.

Κοινωνική ζωή

Αν και τα Κάτω Σουδενά δεν διαθέτουν υποδομή για διανυκτέρευση επισκεπτών, αποτελούν αναμφίβολα μια από τις πλέον συμπαθητικές γωνιές του Ζαγοριού.

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το χωριό είχε σχεδόν ερημώσει και δεν υπήρχαν καθόλου νέοι άνθρωποι. Το καφενείο ήταν κλειστό και πολλά σπίτια κατέρρεαν. Σήμερα ζουν στο χωριό καμιά 35αριά κάτοικοι, ανάμεσά τους και ορισμένοι νέοι. Και φαίνεται πως ξαναζωντανεύει, από τότε που άνοιξε και πάλι το καφενείο στο μεσοχώρι…

 

Κάποιοι χωριανοί που έφυγαν

Ιωάννης Χαντέλης

Στα Κάτω Πεδινά γεννήθηκε ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΝΤΕΛΗΣ (1872-1941), όπου και έλαβε την στοιχειώδη μόρφωση. Απόφοιτος της Ζωσιμαίας Σχολής, φοιτά στη φιλοσοφική σχολή της Αθήνας και υπηρετεί σε πολλά μέρη της Ελλάδας σαν καθηγητής και Γυμνασιάρχης. Εκλέχθηκε Γενικός Επιθεωρητής Θεσσαλονίκης. Το συγγραφικό του έργο είναι πλούσιο. Με πίστη στην κλασική παιδεία, μετέφρασε πάρα πολλά έργα ξένων συγγραφέων. Σημαντικά είναι τα άρθρα του για τον Οράτιο και τον Οβίδιο, καθώς και η Γραμματική και το Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής και Λατινικής γλώσσας.

Μάνθος Κ. Παπαγεωργίου

Ο Μάνθος Παπαγεωργίου γεννήθηκε στα Κάτω Σουδενά το 1928 από φτωχή οικογένεια. Ήταν ο πρωτότοκος γυιός του δασκάλου Κώστα Παπαγεωργίου και της αγρότισσας νοικοκυράς Άννας που καταγόταν επίσης από το χωριό Καλουτά Ζαγορίου. Τη δημοτική Εκπαίδευση διεξήλθε στο χωριό του, όπου και πρωτοεκδήλωσε δείγματα της καλλιτεχνικής του φύσης στο σχέδιο με μολύβι, στις κατασκευές με χώμα και στα σκαλίσματα πάνω σε ξύλα. Σ' εκείνη την τρυφερή ηλικία των 10 ετών είχε και το ατύχημα, πτώση από απόκρημνο βράχο, που του σημάδεψε ανεπανόρθωτα το κορμί για την υπόλοιπη ζωή αφήνοντάς του παραμορφωμένη τη σπονδυλική στήλη.

Το 1940 κατεβαίνει στα Γιάννενα για τις Γυμνασιακές του σπουδές που έλαβαν χώρα στη Ζωσιμαία Σχολή, και το 1950 εισέρχεται στην Α.Σ.Κ.Τ. Αθηνών, όπου σπουδάζει τη βαριά Τέχνη της Γλυπτικής με καθηγητές τους κ.κ. Παππά και Τόμπρο, τη Ρυθμολογία και Προοπτική με τον κ. Μυλωνά και την Ιστορία της Τέχνης με τον κ. Πρεβελάκη. Ο συμφοιτητής του Θ. Μάϊπας από το χωριό Λάϊοτα Ζαγορίου ενθυμείται πως οδηγήθηκε στην αστυνομία και στη συνέχεια στο δικαστήριο όταν χειροδίκησε σε ανεύθυνο άτομο που χλεύασε την κύφωση της πλάτης του φίλου του Μάνθου Παπαγεωργίου στο πεζοδρόμιο της οδού Πανεπιστημίου. Η αθώωση ήλθε παμψηφεί και συνήγορος χωρίς αμοιβή ήταν ο τότε δικηγόρος Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης. μετά το πέρας των σπουδών του στην Α.Σ.Κ.Τ διορίστηκε ως καθηγητής Καλλιτεχνικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο Αρρένων Ιωαννίνων, όπου η διαλάμπουσα προσωπικότητά του, η κοινωνικότητα, η σεμνότητα, η ευσυνειδησία, η ταπεινότητα και μεταδοτικότητά του, καλλιέργησαν την προσοχή και το ασίγαστο ενδιαφέρον των μαθητών του για τη ζωγραφική, γλυπτική, το γραμμικό σχέδιο και τη διακοσμητική.

Παράλληλα ήταν ευθύς και συνεργάσιμος με τους συναδέλφους τόσο της ειδικότητάς του όσο και των άλλων ειδικοτήτων. Η γλυπτική του δραστηριότητα ήταν κυρίως προτομές όπως του Ιστορικού Λαμπρίδη στο χωριό Άνω Πεδινά Ζαγορίου και του Κατσαντώνη στη βάση των οποίων έγραφε: «Μαθιός ο Ζαγορίσιος εποίει».

Και πράγματι υψηλό ήταν το ενδιαφέρον του για το παραμελημένο αλλά γεμάτο πλαστικές χάρες Ζαγόρι. Προβλέποντας την παρακμή τη φθορά και την «αξιοποίηση» άρχισε να το φωτογραφίζει αλλά και να δρα πολιτιστικά διοργανώνοντας εκδηλώσεις - ομιλίες και θεατρικές παραστάσεις όπως εκείνη του Παπαφλέσσα στο χωριό του που έμεινε αλησμόνητη. Εχρημάτισε επί εικοσαετία ενεργητικό μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου Κάτω Πεδινών καθώς και μέλος της ΕπιτροΚαπής Λαμπριαδείου Οικοκυρικής Σχολής Άνω Πεδινών.

Τέλος άφησε στο Χωριό του το τελευταίο του γλυπτό, ένα θαυμάσια διατηρημένο παραδοσιακό Ζαγορίσιο σπίτι.

Αιωνία σου η μνήμη φίλε και συνάδελφε Μάνθο

Μ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ

Καψάλης Κώστας

Ο αποχαιρετισμος του Β. Τζιόβα τον Αύγουστο του 1988 στα Γιάννενα, όπου έγινε η κηδεία του Κώστα Καψάλη:

Αγαπητέ μας Κώστα,

Πέρσι τέτοιο καιρό το χωριό σου σε τιμούσε για την καλλιτεχνική σου προσφορά. Κι όλοι νιώθαμε πως αυτό θα ήταν το τελευταίο σου γλέντι. Και πιό πολύ τόνιωθες εσύ. «Έπαιζες» κι έκλαιγες. Κι όταν σου είπαμε και «του χρόνου πάλι εδώ θα είμαστε», κούνησες το κεφάλι κι είπες: «Σα δύσκολο ορέ παιδιά»... Κι έτσι έγινε. Σήμερα τελείωσε για σένα το ταξίδι της ζωής. Κι ήταν ένα ταξίδι όμορφο αλλά και άγριο, όπως όλων των έντιμων και ταπεινών. Και τό ’κανες εσύ αυτό το ταξίδι ένα ασίγαστο τραγούδι και μοιρολόγι μαζί...

Γιατί ήσουν γεννημένος καλλιτέχνης με σπάνια ευαισθησία. Κι αν δεν ήταν εμπόδιο η φτώχεια, δεν ξέρουμε ποιές κορφές της τέχνης θ΄ άγγιζες.

Ξεκίνησες από τα Σουδενά μας ογδόντα χρόνια πριν και την πολέμησες άξια τη ζωή με το τραγούδι και τη δουλειά. Δουλεύοντας και τραγουδώντας. Στα δύσκολα εκείνα χρόνια άλλαζες το δοξάρι του βιολιού με τ’ αλέτρι και το τσαπί του μεροκαματιάρη, με το τσαγκαροτσούφλι του μπαλωματή και το ψαλίδι του κουρέα για να τραβήξεις μπροστά τη φτωχοφαμίλια σου.

Αγόγγυστα και μποέμικα. Και τα κατάφερες. Κι ανέβασες τα παιδιά σου σκαλιά πιό πάνω από σένα, δικαιώνοντας έτσι κόπια και ξενύχτια μιάς ζωής.

Και τώρα μας φεύγεις και μαζί σου φεύγει μια ολόκληρη εποχή.

Θα μας λείψεις Κώστα Καψάλη. Στα μεσοχώρια του Ζαγοριού δεν θα ξανακουστούν οι γλυκόλαλες δοξαριές του βιολιού σου και τα τραγούδια σου. Θα σεριανούν μόνο στις μνήμες όσων γλεντήσανε μαζί σου κι όσο θα περπατάνε και θα χορεύουνε σ’ αυτά.

Το Ζαγόρι μας ξαρματώνεται, ξεστολίζεται μέρα με τη μέρα. Κι ένα από τα στολίδια του ήσουν κι εσύ. Εσύ ο φτωχός και ταπεινός τραγουδιστής του που πολύ το τίμησες. Ώσπου το Ζαγόρι θα αντέχει στη φθορά και στην αλλοτρίωση, θα σε θυμάται και θα σε τιμά.

Για όλους τους Σουδενιώτες, όλυς τους Ζαγορίσιους, σε ξεπροβοδίζουμε μ΄ένα απλό στεφάνι. Ώρα σου καλή Κώστα. Και νάναι ελαφρύ το Γιαννιώτικο χώμα που θα σε σκεπάσει. Τόσο αλαφρύ που αν είναι κι ανταμώσεις με τα παλληκάρια, τις νιές και τους γλεντζέδες του Ζαγοριού, να το ρίξετε στο γλέντι, να νιώσουμε κι εμείς από εδώ πάνω το ξεφάντωμα και να χαρούμε, το γιορτάσι δεν τελειώνει εδώ.

Ώρα σου καλή ωραίε, αξέχαστε Κώστα.

Του Βάσιου Τζιόβα, από το βιβλίο του Από Το Ζαγόρι Μας για το Ζαγόρι και το χωριό μου (Σκέψεις-Επισημάνσεις-Παρεμβάσεις) που κυκλοφόρησε στα Γιάννενα το 2010.

Αμαλία Ζήντρου

Αμαλία: Η μαμή του χωριού

Κάθε φορά που νιώθω την ανάγκη να «ταξιδέψω» στα παλιά (κι όσο γερνάμε, η ανάγκη αυτή γίνεται συχνότερη) και ψάχνοντας να βρω μια αρχή, μια αφετηρία, αυτή πάντα έρχεται με τη μορφή μιας γυναίκας, που τα χέρια της ξεγέννησαν, για μισό και πάνω αιώνα, το δικό μου αιώνα, σχεδόν ολόκληρο ένα κόσμο που μαζί του μεγάλωσα.

Κι αν θάπρεπε νάχαμε στήσει μια προτομή στο χωριό, αυτή θάπρεπε να ανήκει σ’ αυτή την κουτσή γυναίκα, αλλά σε όλα της ανδρογύναικα: την ΑΜΑΛΙΑ ΖΗΝΤΡΟΥ, τη μαμή του χωριού μας.

Από τις αρχές του αιώνα και μέχρι το 1950 που κλείνει μια εποχή, η Αμαλία κοιλοπόνησε μαζί με όλες τις γυναίκες του χωριού κι έβγαλε στον κόσμο και τη ζωή γενιές ολόκληρες. Κι αυτό ήταν η περηφάνια της και τη φώναζε.

Θυμάμαι, από μικρός μέχρι που έγινα άντρας, σε κάθε μας συνάντηση να μου λέει: «Εσύ μωρέ να το ξέρεις. Αν είσαι στον κόσμο, από μένα είσαι. Αν άφηνα εκείνο το βράδυ τον ξεμωραμένο τον προσπάπου σου, θα σ’ έκοβε με τα μαχαίρια του και θα σε βγάζαμε κομμάτια, χαντακωμένε...». Κι άρχιζε την ιστορία, που μου την είχε πεί χίλιες φορές και την οποία γνώριζα, βέβαια, από τη μάνα μου την ίδια.

Ήταν φοβερός εκείνος ο Γενάρης του ΄32. Μπόια τα χιόνια, έφταναν τα παράθυρα. Από την Τετάρτη άρχισαν οι πόνοι και μέχρι το Σάββατο πάλευε νύχτα-μέρα η 23χρονη μάνα μου, κοπελίτσα στην πρώτη της γέννα.

Δύο γιατροί (κοινοτικοί) στο χωριό, ο Βλαδίκας κι ο Δημοσθένης Ιωαννίδης, χωρίς όμως πρακτική στη μαιευτική, τη μαμή την Αμαλία άφησαν να παλεύει τη δυστοκία.

Σε κάποια στιγμή, ύστερα από τρεις μέρες αγώνα, απόκαμε κι αυτή. Κι αφού είχε κοπάσει κάπως η ανεμοθύελλα, αποφάσισαν να στείλουν ανθρώπους στο Τσερβάρι, να φέρουν τον παππού της μάνας μου, το «Γκατζέ» (Βασ. Σακελλαρίου), γιατρό με πείρα, να κάνει την τελευταία προσπάθεια.

Τρεις ώρες κάνανε οι άνθρωποι να φτάσουν από το Τσερβάρι στα Σουδενά, «σπένοντας» το χιόνι κι ανοίγοντας δρόμο κι όταν φτάσανε, ο γιατρός ήταν σχεδόν ξεπαγιασμένος. Αφού ζεστάθηκε, εξέτασε τη μάνα κι αποφάνθηκε: «Αδύνατη η εξαγωγή. Το παιδί έρχεται ανάποδα. Μόνο με εμβρυοτομή, να γλιτώσουμε τη Νίκη.» Κι έδωσε εντολή, να βραστούν τα εργαλεία όσο αυτός να ετοιμαστεί.

Ακούγοντας η Αμαλία την απόφαση, πετάχτηκε σα να την τσίμπησαν φίδια. «Δεν σε φέραμε εδώ, γιατρέ, να μας βγάλεις κοψίδια κρέας, αλλά παιδί», κι ανασκουμπώθηκε πάλι.

Φώναζε ο παππούς, ούρλιαζε αυτή, τον έσπρωξε πέρα, γονάτισε, έβαλε τα χέρια, τόφερε απ’εδώ, τόφερε απ’εκεί, ίδρωσε, βόγγηξε, έσκασε, αλλά έγινε το δικό της. Ο γιατρός την κοίταξε αποσβολωμένος, κι όταν άκουσε το γνώριμο κλάμα της ζωής, την αγκάλιασε μ’ ευγνωμοσύνη «Μπράβο, Αμαλία. Να πάμε να χαθούμε οι γιατροί». Κι ανακουφίστηκε ο καημένος. Γιατί αυτή που γεννούσε και κινδύνεψε, ήταν η ορφανή εγγονή του, που την είχε πάντα κοντά του, τη μεγάλωσε και την προστάτεψε, ώσπου να παντρευτεί.

Ύστερα το 1936 η Αμαλία έφερε στον κόσμο τον πρώτο αδερφό μου, τον Τάκη και το 1942 το στερνοπαίδι της φαμίλιας, τον Άρη (ακόμη δεν μπορώ να τη δεχτώ την απουσία τους. Δεν θέλω να τη δεχτώ). Αυτές τις γέννες τις έζησα, τις θυμάμαι. Και θυμάμαι τη βουβή λαχτάρα μου, από τα διπλανά δωμάτια, ώσπου να σιγήσουν οι φωνές της μάνας μου και να σιγουρευτώ πως δε θα πεθάνει τώρα, όπως κινδύνεψε να πεθάνει τότε, σε μένα.

Η Αμαλία ερχόταν συχνά στο σπίτι μας κι εγώ ένιωθα για τη γυναίκα αυτή ανάμικτα συναισθήματα σεβασμού και φόβου. Το τελευταίο εξηγείται από το γεγονός, πως η Αμαλία δεν ήταν μόνο η μαμή του χωριού, αλλά και ο ... οδοντίατρος, που έλειπε στο χωριό κι έπρεπε να φτάσουμε στα Δολιανά για να τον βρούμε. Με μια μισοσκουριασμένη δοντάγρια τανάλια έκανε όλες τις οδοντο-εξαγωγές. Τυλιγμένη στο μαύρο της σάλι, με το αναπηρικό μπαστούνι στο χέρι, φωνακλού, περήφανη και ακατάδεχτη. Δεν θυμάμαι να θέλησε ποτέ να καθίσει στο σπίτι μας για φαγητό. Μόνο έναν καφέ κι έφευγε.

Παρ’ ότι κουτσή, ήταν, λέγανε, ωραία γυναίκα στα νιάτα της, και γι αυτό κλέφτηκε με το Γιώργο το Ζήντρο, ένα όμορφο άντρακλα φουστανελά. Μπλέχτηκε αργότερα κι έγινε κλαρίτης με κακό τέλος (εύκολο τα χρόνια εκείνα να βγεις στο κλαρί, κυνηγημένος από το φοροεισπράκτορα πούρθε με το Ρωμέικο και για ασήμαντο χρέος). Έκανε μαζί του δύο παιδιά, τον Κώστα και την Ελένη. Ο Κώστας χάθηκε, άδικα, στον εμφύλιο κάπου εκεί στο Γράμμο, αφήνοντας δυο κορίτσια που δεν τον γνωρίσανε. Ο χαμός του Κώστα για την Αμαλία ήταν πόνος αβάσταχτος και μ’ αυτόν έφυγε.

Αυτή πούβγαλε με τα ροζιασμένα χέρια της όλα τα παιδιά του χωριού, έχασε το μονάκριβό της. «Κώστα μ΄τα χιόνια λιώσανε και τα πουλιά το λένε, κι εσύ στα ξένα χάθηκες, κι ακόμη δεν εφάνης ...», ήταν το τραγούδι και το μοιρολόγι του.

Αργότερα, φοιτητής σαν γύριζα στο χωριό τα καλοκαίρια, ένιωθα την ανάγκη να πάω να τη δω, να κουβεντιάσω μαζί της. Έφυγε πικραμένη την Άνοιξη του 1952. Σύμπτωση να βρίσκομαι, εκτός περιόδου διακοπών, σε ανάρρωση από μελιταίο πυρετό, κι έτσι έγινε να παρευρεθώ στην κηδεία της και να σηκώσω το ξόδι της μέχρι τον Αϊ Θανάση μας.

Αυτή που χρόνια καλωσόριζε τη ζωή, τώρα στον τάφο. «Η ζωή εν τάφω». Και μαζί της, όπως είπα, μια ολόκληρη εποχή. Το χωριό μου, όπως κι όλα, «εκσυγχρονιζόταν». Από τώρα οι γυναίκες τους πιά θα γεννοβολούν στην κλινική του Μακρυδήμα ή του Ζηκόπουλου, στα Γιάννινα. (Οκτώβριος 2007).

Του Βάσιου Τζιόβα, από το βιβλίο του Από Το Ζαγόρι Μας για το Ζαγόρι και το χωριό μου (Σκέψεις-Επισημάνσεις-Παρεμβάσεις) που κυκλοφόρησε στα Γιάννενα το 2010.

Χρήστος Ράπτης

Σουσιόπουλος Γιάννης

Φάνης Τουλούπης

Ελευθερία Φωτέτσιου

 

©2010 katosoudena.gr • Email: xenitissa@yahoo.gr • Created by Leonidas Maniatis • Hosted by oikologos.gr